Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Αν οι σιωπές είχαν χρώμα θα ήταν άσπρη τρέλα

Κάποια βράδια μ αγκαλιάζει τόσο σφιχτά ένα γιατί Aποφασιστικό και ακλόνητο γυρεύει .

Μου κλείνει τα μάτια και σπρώχνει βαθιά στα ρουθούνια μου ,μυρωδιές από στιγμές που έχουν πεθάνει ,στιγμές που έδωσαν όνομα στη ζωή μου, η απλά στιγμιότυπα από ένα παρελθόν , ταλαιπωρημένο από κατολισθήσεις συναισθημάτων και θύελλες αισθήσεων .

Ζωές του ενός λεπτού, που πότισαν μ΄ ενέργεια και το τελευταίο κύτταρο στην ύπαρξη μου και χάθηκαν στον χρόνο… Λαδοπράσινες εκδρομές που ζωγράφισαν ευχές σε γαλάζιο φόντο.

Μου κάνει κόπο ν απαντώ στο τηλέφωνο πια ,κι όταν αποφασίζω να απαντήσω πάντα η ιδία στιχομυθία

- Γιατί κλείστηκες στον εαυτό σου τις τελευταία ;
- Γιατί?

Αυτό έκανα; δεν έχω απάντηση, δεν ξέρω, συμβαίνει, ξέρεις απ’ αυτά.

Δούλεψα πολύ, χρειάζεται η απομόνωση- πρέπει να πλύνω τα πινέλα- με συγχωρείς, στεγνώνουν τα χρώματα- πρέπει να τα μαζέψω- τα λέμε- φιλιά...

Όλο και πιο συχνά αυτή η ερώτηση... δεν έχω απάντηση... ή, μάλλον, έχω μία για όλους... δεν ξέρω, συμβαίνει, ξέρεις απ’ αυτά...

Τράβηξα την κουρτίνα, άνοιξα το παράθυρο να χαιρετίσω το στερνό χαμόγελο της μέρας, Μ’ αρέσει τούτη η στιγμούλα που μου κλείνει το μάτι η μέρα.
Όχι πως βλέπω και σπουδαία πράγματα απ’ το παράθυρό μου... ένα γύρο πολυκατοικίες.

Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω ουρανό, φτάνει αυτό, ταξιδεύει ο νους στα χρώματα που μαζεύει στα στερνά της η μέρα

Τέλος... έφυγε... ίσα που πρόλαβα να δω το φευγιό.

Γιατί ξαφνικά δεν έχει χώρο το δωμάτιο;... πύκνωσε η ατμόσφαιρα, ζέστανε, μυρίζει εσύ.

Είν’ ο ιδρώτας σου και το άρωμα, μια εξουσία που με νικάει ,δε ρωτάει, άνοιξα την αγκαλιά μου .

Γέμισε σε ένα λεπτό το δωμάτιο σιωπές, αυτές που μάζευα από χρόνια.

Σκονισμένες, χλωμές σαν παλιές περγαμηνές. Δεν πατούν στα πόδια, αιωρούνται ανάλαφρες τριγύρω και με κοιτούν... είναι όλες αυτές που φύλαγες για μένα, που γνώριζες χωρίς να σου πω.

Μείναν αφύλακτες και γύρισαν...
Δεν είμαι έτοιμη - δεν τις περίμενα, αν και θα έπρεπε .

- Απ’ όταν έφυγες ανασκαλεύω ανοιχτά συρτάρια , σεντούκια. Έπιασα να βάλω σε σειρά τα πριν και τα μετά... αλλού τ’ άσπρα, τα χρωματιστά, αλλού τα μαύρα… ανακατάταξη.

Πολλά τα στριμωγμένα, τα κρυμμένα, τ’ αδιάβαστα...
Άρχισε και να βρέχει - έμεινε η κουρτίνα στο πλάι - κτυπάει στο τζάμι, δάκρυα που ψάχνουν να βρουν μορφή .

Γνέφουν όλες μαζί οι σιωπές, μια βουβή χορωδία, έτοιμες να πουν για τα αδάκρυτα και όσα πνιγμένα στο κλάμα καταχώνιασα τόσα χρόνια