Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

ΝΟΙΩΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ


ΝΟΙΩΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
.
Νιώθω να είμαι σε αδιέξοδο
και τελειωμένος πλέον.
Όλες οι πνευματικές αλήθειες
που κατανοώ είναι πραγματικές
μα ποτέ δεν ξεφεύγω απ' το αίσθημα
του εγκλωβισμού και της αθλιότητας
της ψυχής, τη ματαιότητα όλων
όωσν είδα, έκανα και είπα.
Αν συνέχιζα ίσως το καθετί
θα μ' ευχαριστούσε περισσότερο
μα τώρα δεν έχω ελπίδα
και κουράστηκα.
Αλεν Γκίσμπεργκ

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

θέλω να πω… δεν αλλάζω .


Αυτοσχεδίαζα ανάμεσα στους στίχους
Αξίωνα, τάξη, ισορροπία,

ενότητα, αντίθεση, αρμονία ,
Μεγάλωναν οι αγάπες μου

κι άλλαζαν πρόσωπα .
Κι άλλαζαν φωνές .
Άλλες σιγούσαν .
T
α πιο ουσιαστικά,

έψαχνα στα πιο απλά ,
σε μυρωδιές, ανάσες, βλέμματα...
Τα πιο όμορφα όμως
ήταν αυτά που κρύβουνε τα μάτια .
Με την ελπίδα πως αν μη τι άλλο

θ΄ αποτελέσω
ένα χαρούμενο ιντερλούδιο

,έστω ,
που ακολουθεί την προκείμενη φούγκα,
πιο πιστή απ΄ οσο ήθελα,
έμεινα να γυαλίζω

μέσα σ ανθρωπάκια σκοτεινά .
Έπαψα να σπαταλώ τον χρόνο μου αλλάζοντας.
Για όσο φτάνω

θέλω να πω… δεν αλλάζω .
Και για τις απαντήσεις ,ούτε λόγος ….
Τις ερωτήσεις να κατανοήσω πασχίζω.
Πόλεμος με την φιλαυτία μου
να κερδίζω με μικρές νίκες τους φόβους μου
Πιο κάτω απ το κάτω πάντα ,

να τρυπώνει η ελπίδα .
Και στο κάτω απ το κάτω,

να στέλνει ένα φως

Σ.Μ.

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Όταν μοιράστηκε ο κόσμος



Γιατί όταν μοιράστηκε ο κόσμος
πήρε ο διάολος τις καλύτερες λέξεις
και τα παιδία τις γωνιές
Κι έμεινε το παλιό ποδήλατο
την αυλή της καρδιάς να σκουριάζει
Απόψε να θυμηθώ
πως γίνεται μια προσευχή
να λαδώσω την σκουριασμένη αλυσίδα
με το παλιό ποδήλατο να στην στείλω
ουρανέ μου
Να την κάνεις βροχή
Να με μουσκέψει ως το κόκαλο
Να ξεθωριάσει το μουντό
που έκατσε πάνω μου
Να φανεί τα όνειρο μου
Αυτό που φύλαγα για την ώρα αυτή,
μέσα σε ένα μυστικό που είχα μάθει από παιδί
Είχα κάνει τόπο στην λησμονιά
να πλαγιάζει δίπλα μου τα βράδια
να δίνει συγγνώμες… .εναν έναν …όλους
Δεν ξέρω πότε ,έκλεψε τα μυστικά μου
Να γίνει αέρας ουρανέ
εκεί στην γωνία θα στέκομαι
Θα περιμένω να ανακατέψει τα μαλλιά
Να με κυκλώσει από παντού να με στεγνώσει
να με γνωρίσω πάλι ,ν ακούσω ήχους ,
Που πάω χωρίς εκείνους τους ήχους
που μάγευαν τις στιγμές στις εκπνοές τους
Ξέχασα να ζω ,λαχανιάζω άσκοπα
Να γίνει ήλιος,
εκείνος που με ξέρει
να λουστώ
να ξετυλίξω την ανάσα
να φανεί τα άσπρο μου
΄να χει να γράφει η ζω
Σ.Μ.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Όταν ακούσεις το ουρλιαχτό του λύκου , κάνε μια ευχή .



Λιμασμένα υστερικά ξεπετάγονται σκέψεις απ΄ το χάος της ψυχή μου ,απ΄ το ίδιο αυτό χάος ,που γεννάει το αστέρι που χορεύει . το ίδιο που γεννάει τον Λύκο
Αυτό που μ οδηγεί, μόνο που απόψε δεν βρήκε τ΄ αστέρι μου και η αγρύπνια μου θα είναι χωρίς όνειρα ,κριμένα τα όνειρα απόψε


Μια σκακιέρα όλο το πλάνο ,ασπρόμαυρη και να διαλέξω ,με τι θα παίξω .....


Μισόκλειστα μάτια ,σπασμένα ,στο κατώφλι του μυαλού ,ούτε μέσα ούτε έξω, αιωρούμαι στο μαύρο .


Στενάχωρη μπουκιά, στεγνωμένη ,πικρή, κόμπος στο στήθος και επιμένει εκεί… και πόνος .


Όταν ακούσεις το ουρλιαχτό του λύκου , κάνε μια ευχή .Κλείσε τα μάτια σφιχτά και κράτα την ανάσα σου .Μια μικρούλα ευχή, να είναι αποφασισμένος
Έρχεται με τα δόντια γυμνά και αίμα στα μάτια κι αντί να με ξεσκίσει να με σύρει στους πέντε ανέμους με φυσάει με την βρομερή πόρνη ανάσα του ,αναστατώνει τα όνειρα και μ΄ αφήνει να ξοδεύομαι ,είναι η τιμωρία μου που δεν έμαθα να ζω παρά μόνο για να ξοδευτώ। Και φοβάμαι την ημέρα που η βρομερή του ανάσα θα με παγώσει τόσο που ,θα γίνω αδιάφορη, δεν θα με φτάνει τίποτε .Την ήμερα που όλα θα μοιάζουν γνωστά .Που όλα θα τελειώνουν και θα αρχίζουν ξανά και ξανά .Την ημέρα που θα εξοστρακίσω την ψυχή μου ,την έκπτωση ,την ημέρα που θα την σκοτώσω . , χωρίς να περάσω αντίπερα, εκεί που όλα είναι χρώματα και σχήματα και γίνονται φως ,που θα το πάω στα σκοτεινά
Σ.Μ.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

μ’ ακούς;


Πως δεν υπάρχει ηθική, μ’ ακούς;
Γιατί ποτέ δεν υπήρξε λογικό κατασκεύασμα που ν’ αντέξει του κόσμου ετούτου την φριχτή απονιά και της αγάπης τους γερούς κοσμικούς δεσμούς
Και πως δεν υπάρχουν σύνορα και πατρίδες κι Ιδέες
πως μια φωτιά μεγάλη θ’ ανάψω για να κάψω εκεί μέσα ολονών

τις σημαίες και μες στον μαύρο τους καπνό
ν...ανυψωθεί μια φωτιά
που θα ‘ ναι τόσο δυνατή,
που σαν ποτάμι άλικο
στα συρματοπλέγματα να απλωθεί
και όλους εκείνους
τους παγκόσμιους σκηνοθέτες
να κάψει

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

δεν θα γίνουν λέξεις










φωλιάζει η ψευδαίσθηση στα μάτια

χωρίς ανταμοιβή, χωρίς υπερβολή, λακωνικά

αυτό που δεν αντέχω κυνηγά ,να δει,

πώς στρίβει στη γωνία।

Λύνει ο χρόνος το πανί και πάω μακριά

Χωρίς κουπί , στην αγκαλιά γνωστής σκιάς

σε λάθος πλοίο επιβάτης

Έξω απ' το σώμα κάνει η τρέλα μου γιορτή

σ έναν παράδεισο που θέλω να γυρίσεις

και κλέβει ο καιρός τα βήματά μου

Στυφές στα χείλια ξεψυχάνε οι σκέψεις

μέσα στο όνειρο γλυκές ουλτραμαρίνες

με άρωμα από φούλι αράπικο ,

δεν θα γίνουν λέξεις । Σ.Μ.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Η ίδια ώρα χτυπά και για τρελούς και για γνωστικούς.

Ο παραλογισμός των λογικών και ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας

Περιπλανώμενη σκιά ποιητή ανάμεσα σε ανθρώπους που έχουν χαθεί στον δικό τους κόσμο. «ο Ρεμπώ της Ελλάδος», κατά τον Βάρναλη,ο Μαλακάσης, συσχετίζοντας την ποίησή του με το «Μεθυσμένο καράβι» του Ρεμπώ και τα «Ασματα του Μαλντορόρ» του Λωτρεαμόν.

«Η ζωή μου εις το Δρομαΐτειον»


Ο διπλανός μου είναι ένας άνθρωπος που ταξιδεύει. Προτού πλαγιάσουμε στο θάλαμο για να κοιμηθούμε, βγάνει από τις τσέπες του ένα σωρό παλιόχαρτα και ατελείωτα κουβάρια σπάγγους, πακετάρει μεθοδικά το κρεβάτι του, τα ρούχα, τα παπούτσια του και μας λέει αντί για καληνύχτα «καλή αντάμωση». Ταξιδεύει, πάει στη Λειψία, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Αίγυπτο, Ινδίες, Μαρόκο... Επιτρέπεται ο πρώτος τυχών νοσοκομάκος με ένα σκούντημα να ξυπνάει και να ξαναφέρνει πάλι πίσω στο Δρομοκαΐτειο τον άνθρωπο που του δόθηκε με λίγα παλιόχορτα και κάτι σπάγγους να ταξιδεύει σαν το πουλί, να κάνει κάθε νύχτα κι από ένα θείο ταξίδι; Μια φορά που τον εξύπνησεν απότομα ο νοσοκόμος, του φώναξε απελπισμένα: -¶σε με, για το Θεό, χάνω το τρένο!
Είναι σύστημα αυτό, είναι κούρα αυτή, να παίρνουν τη μόνη ευτυχία που απομένει στον τρελό; Τον γιατρεύουμε, μας λένε. Μπράβο! Κι όταν γίνει καλά, θα ξανακάνει ποτέ του ταξίδι με ένα κομμάτι σπάγγο; Ζήτω η τρέλα! Εγώ ο Ρώμος το φωνάζω.

«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική». Αυτά έγραφε ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας μέσα από το Δρομοκαΐτειο. Εκεί πέρασε δεκαπέντε χρόνια από τη ζωή του, από το 1927 έως το 1942 - εκεί τελείωσε τις μέρες του, έχοντας τη μοίρα του Βιζυηνού και του Μητσάκη. Ενας άνθρωπος που παρακαλάει να τον γιατρέψουν από τη λογική, όσο αντιφατικό κι αν είναι το αίτημά του, δεν είναι έτσι απλά «τρελός» μα ένας πάσχων που βρίσκεται παράλληλα μέσα και έξω από την ασθένειά του.

«Εγώ, ο νεκρός»

«Λεπτό με λεπτό περνάνε ολόκληρα χρόνια κι έτσι διατρέχουμε τα 15 χρόνια της ζωής του εκεί μέσα. Το συγκινητικό είναι ότι η επιμονή του ήταν ώς το θάνατό του να παραμείνει ποιητής. Είναι μια συμπύκνωση της ζωής και της σκέψης του και η παράσταση κλείνει με ένα παραλήρημα που περιλαμβάνει το αυτοβιογραφικό αυτό πεζό».

Το παραλήρημα αυτό φανερώνει τη δυναμική του λόγου του Φιλύρα. Ενα μικρό απόσπασμα: «Και εγδυνόσουνα. Και εφορούσες εσύ αραχνοΰφαντο νυκτικό και εγώ απ' έξω τα σάβανά μου. Η κάμαρά σου, ευγενικά, χαριτωμένη, μικρή αρωματική κι απ' έξω απέραντος, μαύρος ο δρόμος. Τώρα κάτσε εσύ και κοιμήσου, εγώ τραβώ. Η μουσική ας πρηγηθεί. Αγνωστοι κόσμοι, πεθαμένοι αστέρες, πλανήτες με χρυσές ουρές, ας έμπουν μπροστά. Ο γαλαξίας ας ακολουθεί σαν χρυσή διαδήλωσις. Επειτα ας παραταχθούν τα εξαπτέρυγα των ερώτων. Επειτα ο ίππος μου ο πολεμικός. Κι έπειτα εγώ, ο νεκρός».

έγραψε ο Κώστας Καρυωτάκης για τον Φιλύρα

«Υποθήκαι».

Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε τ' όπλο και σωριάσου πρηνής
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Όταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη να αρέσει.

Του δινούν λόγια χρυσά, που νικούν
με τη πειθώ, με το ψέμα,
όταν οι άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Όταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά
στην μπουτονιέρα σου φύλλο.

Άσε τα γύναια και το μαστροπό
λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.