Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Ντανταϊσμός, η πολιτικοποιημένη τέχνη του εσκεμμένου παραλογισμού

Ντανταϊσμός, η πολιτικοποιημένη τέχνη του εσκεμμένου παραλογισμού
«Το Νταντά είναι μια νέα τάση στην τέχνη. Αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από το γεγονός ότι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει κάτι γι’ αυτό ενώ αύριο όλοι στη Ζυρίχη θα μιλάνε γι’ αυτό. Το Νταντά βγαίνει από το λεξικό. Είναι τρομερά απλό. Στα γαλλικά σημαίνει "ψεύτικο άλογο". Στα γερμανικά σημαίνει "αντίο", "ξεφορτώσου με", "θα τα πούμε κάποια στιγμή". Στα ρουμάνικα: "ναι, πράγματι, έχεις δίκιο, αυτό είναι". Μια διεθνής λέξη», απήγγειλε ο Hugo Ball, μεταξύ άλλων, κατά τα εγκαίνια του Cabaret Voltaire, στη Ζυρίχη, στις 14 Ιουλίου του 1916. Επρόκειτο για το πρώτο μανιφέστο του Ντανταϊσμού. Δύο χρόνια αργότερα, στις 3 Φεβρουαρίου 1818, ο Ρουμάνος ποιητής Tristan Tzara, εκδίδει το δεύτερο μανιφέστο, επαναπροσδιορίζοντας τις ασαφείς αρχές του νέου κινήματος.



Το νέο Cabaret Voltaire είχε στόχο να αποτελέσει ένα καμπαρέ για καλλιτεχνικούς και πολιτικούς λόγους. Εκτός από τον ποιητή και συγγραφέα Hugo Ball, παρόντες ήταν μεταξύ άλλων και η ποιήτρια και περφόρμερ Emmy Hennings, ο ζωγράφος και αρχιτέκτονας Marcel Janco, ο λογοτέχνης και μουσικός Richard Huelsenbeck, ο ποιητής και performance καλλιτέχνης Tristan Tzara, η ζωγράφος και γλύπτης Sophie Täuber καθώς και ο γλύπτης, ζωγράφος και ποιητής Jean Arp. Η λέξη Dada, σύμφωνα με την παράδοση, προέκυψε στην παρέα του Cabaret Voltaire από τα επαναλαμβανόμενα da, da, da, (ναι, ναι, ναι) στις συζητήσεις μεταξύ των Tzara και Janco στα ρουμάνικα.

Οι περισσότεροι από τους παριστάμενους εκείνης της βραδιάς έμελλε να αποτελέσουν τον πυρήνα του κινήματος του Ντανταϊσμού ή Νταντά (Dada), το καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1910 και κορυφώθηκε την 6ετία 1916-1922. Εμφανίστηκε στις εικαστικές τέχνες, στη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο και την γραφιστική. Το κίνημα αποτελούσε επίσης και μια διαμαρτυρία κατά της βαρβαρότητας του πολέμου, με τον πρωτοφανή Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει συγκλονίσει τους νέους καλλιτέχνες.

Αλλά, από την πρώτη στιγμή, οι ντανταϊστές έδειξαν μια σοβαρότητα στις προθέσεις τους και μια αναζήτηση νέας οπτικής και νέου περιεχομένου, με συνέπειες πολύ πιο μακροπρόθεσμες από τη στιγμιαία επιθυμία να προσβάλλουν την υπεύθυνη για τον πόλεμο αστική πλουτοκρατία. Οι Ντανταϊστές αντιμαχόταν την καταπιεστική διανοητική αγκύλωση, τόσο στην τέχνη όσο και στην καθημερινότητα και το κίνημά τους χαρακτηρίζεται από εσκεμμένο παραλογισμό και απόρριψη των κυρίαρχων ιδανικών της τέχνης.

Οι δραστηριότητες των ντανταϊστών περιελάμβαναν μαζικές συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες, δημοσιεύσεις καλλιτεχνικών/λογοτεχνικών περιοδικών όπου η πλούσια εφευρετικότητα του χιούμορ τους κρυβόταν πίσω από όλες τις εκδηλώσεις τους – είτε στην απαγγελία ποιημάτων με λέξεις χωρίς νόημα κάτω από τον θόρυβο μηχανών, είτε σε παράλογες παραστάσεις θεάτρου, στην ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων χωρίς νόημα, ή στη δημιουργία πινάκων ζωγραφικής με ανεξέλεγκτες κινήσεις, πέρα από κάθε έλεγχο της λογικής.

Το κίνημα επηρέασε μετέπειτα στυλ όπως το avant-garde, καθώς και τον σουρεαλισμό, το νεορεαλισμό, την pop art, την μουσική punk rock και το κίνημα Fluxus. Κορυφαία μορφή του Ντανταϊσμού αναδείχθηκε ο Tristan Tzara, ο οποίος στις 3 Φεβρουαρίου 1918 εξέδωσε το δεύτερο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού», επαναπροσδιορίζοντας τις ασαφείς αρχές του νέου κινήματος.

«Γράφω αυτό το μανιφέστο για να δείξω ότι μπορεί κανείς να κάνει ταυτόχρονα αντίθετες ενέργειες στη διάρκεια μιας δροσερής ανάσας. Είμαι κατά των ενεργειών, και όσο για τη διαρκή αντίφαση ή την κατάφαση, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά και δεν πρόκειται να εξηγήσω τί εννοώ γιατί μισώ τον κοινό νού. Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή». Ορισμένοι επιφανείς καλλιτέχνες του κινήματος ήταν οι: Guillaume Apollinaire, Arthur Cravan, Beatrice Wood, Man Ray, Francis Picabia, Marcel Duchamp, Arthur Rimbaud, Francis Picabia, Max Ernst. Τελικά, οι ντανταϊστές βρήκαν καταλληλότερο κλίμα στην τεχνική του σουρεαλισμού κι έτσι από το 1922 έπαψε να υφίσταται ως ιδιαίτερη σχολή.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Τα Μοναχικά Βήματα





Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;

Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ' τα χρόνια...

Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα...

Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δυό πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.

Οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών, δεν είναι η βροχή αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.

Οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ' το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ' τα ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη, που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.

Όλα θολά συγκεχυμένα... Οι άλλοι φτιάχνουν απο μας ενα πρόσωπο για δική τους χρήση... ποιοί είμαστε; ... άγνωστο... και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ' τον αληθινό εαυτό μας.

Χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.

Το θεικό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδω και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδι και με συμβουλεύει στον ύπνο μου... μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;

Ω γεννιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους... μείναμε στη μέση... η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ' όλα τα ρολόγια.

Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;

Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο, η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της...

Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε... μιά θλίψη τ' απογεύματα σαν άρωμα απο παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ' όλη τη ζωή.

Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ' ακούμπισε εκεί μιά μακρυνή τρικυμία, τα στήθη σου δυό μικρά ηλιοτρόπια μες τ' αλησμόνητο πρωινό.

Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δυό.

Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ' έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια απο παλιές συνομωτικές μέρες...

Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα...

Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση... ενώ στο βάθος του δειλινού οι δυό οργανοπαίχτες με τ' ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική...

Τάσος Λειβαδίτης