Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Πώς να μεράω τον χρόνο ? .


Δαγκώνω το πρώτο τσιγάρο, και αγκαλιάζω την κούπα ,να νιώσουν τα δάχτυλα την ζεστασιά του καφέ πριν τον φέρω στο στόμα .ιδιαίτερη στιγμή, ιερή .

Nωπό πρωινό , ισα που χάραξε ,δεν είναι η υγρασία του που παγώνει στα χείλη μου τον καφέ . τα όνειρα είναι που γύρισαν .

Κάθε που αλλάζει ο καιρός …. έρχονται και τα όνειρα .

Γαλαζοπράσινες σαϊτιές που τρυπάν τις πληγές ξανά και ξανά

Όλοι εσείς που σας κατάπιε η σιωπή μου ,όχι ότι δεν είχα , κράτησα τις λέξεις , τώρα μετανάστες πιασμένες χέρι χέρι δραπετεύουν , γίνονται σχήματα ,μορφές …

Ακολουθώ τα ιδρωμένα χνάρια τους για να σας βρω .

Σκοτωμένο αίμα στο στόμα . το βλέμμα γωνία,
κομμένη στα τρία

Ήθελα τον κόσμο φτιαγμένο από ασήμι ……

Μου έμαθαν πως να φεύγω

Η πένα μαρτυρά την άθλια συμμετοχή μου στο έγκλημα που στεγνώνει .

Κι αφήνω πάντα την πόρτα ανοιχτή .

Πώς να μεράω τον χρόνο ? .

Μ΄αυτό που πονά?

Μ΄άυτο που τρομάζει ?

Σ.Μ

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

ΜΕΔΟΥΣΑ





Σπάνια ενοχλούμαι έτσι από μια νέα γνωριμία ,κάτι μου γνέφει στο βάθος του μυαλού μου ,με σφιχτά χείλη και μισόκλειστα μάτια ,ένα ΜΗ.

Αχ βρε Πανουλι μου ,αστεράκι, μικρέ αγαπημένε φίλε μου ,

δεν με λυπάσαι, με πνίγει το βασανισμένο εντός μου, δεν μπορώ πια αυτές τις ειδικές περιπτώσεις... ένας χαρούμενος, ξέγνοιαστος άνθρωπος χρειάζεται για να μας αλλάξει τη διάθεση... Που την βρήκες ετούτε την γυναίκα πληγή και θέλεις να την κάνω φίλη μου Έχει ξεπεράσει το επιτρεπόμενο όριο το φορτίο, δεν έχω άλλη αντοχή .

Κι όμως κατάφερες να βρεις μια ρωγμή ,μέδουσα, ακόκκαλη ,ενοχλητική ,γοητευτική, επικίνδυνη

Μίζερη και στεγνή ώρα εκείνη που έκλεινα τις πόρτες, τα φώτα σβηστά, έσπρωξες με τον ώμο κι έπιασες μια μικρή θέση στα σκοτεινά της καρδιάς μου... έμεινες εκεί... σιωπηλή, θλιμμένη και... κάθε φορά που σε κοίταζα με έπιανε θυμός.

Με έναν περίεργο τρόπο, κάτι απροσδιόριστο... νιώθω πως μπορώ να σου πω πράγματα που δεν θα έλεγα σε άλλον.

Εσύ εκεί... αμίλητη... να παίζεις με μια μικρή τούφα απ’ τα μαλλιά σου και να με κοιτάς... είχα τόσα να ξεμπερδέψω, είχα θυμό - αυτό ήταν το πιο πολύ – θυμό για μένα, που δεν τα κατάφερα.

ότι αγαπώ μακριά μου ,πως μου συμβαίνει αυτό ?

Θυμό και για τον δημόσιο... αυτό το λαγουδάκι που ήθελε να είναι λιοντάρι και με χρέωσε με την αποτυχία του.

Η τούφα απ’ τα μαλλιά στο χέρι σου... όχι... το βλέμμα. είναι το βλέμμα που με τρελαίνει, τόσο δικό μου, τόσο αγαπημένο... το βλέμμα του παιδιού μου... ναι, ναι, της μοιάζεις της γλυκιάς μου πριγκιπέσας. Έτσι κι εκείνη με αναλύει με την ματιά της, αυτό λοιπόν είναι που μ’ ενοχλεί, η ανάλυση? Η που δεν σε συμπαθώ και μου φέρνεις στο μυαλό ΕΚΕΙΝΗ που μου λείπει … δεν είμαι καλά κι όταν συμβαίνει αυτό θέλω μια τρύπα να χωθώ να γλύφω τις πληγές μου.

Κι ΕΣΥ κοιτάς... δεν μπορώ να σου κρυφτώ... έτσι κι εκείνη, μπορεί να διαβάζει στα σκοτεινά μου.

Ένα βράδυ, λοιπόν, για να μην βάλω τα κλάματα, έπιασα τη μηχανή... ένα παλιό τρικ... δείξε χαρούμενη, χαμογέλα... στις φωτογραφίες χαμογελάμε...

Στο δικό σου χαμόγελα είδα εμένα... στο κόλπο κι εσύ... δείξε τα δόντια σου – μας φωτογραφίζουν. Σ’ αγκάλιασα... κάτι πέρασε μέσα μου σαν φως μια βουβή κραυγή, με συγκλόνισε, κρέμασες μ’ ένα γάντζο στην ψυχή μου μια κλωστή να σε φτάσω.

Κι άρχισα να δένω κόμπους την σάπια σου κλωστή και να σε πλησιάζω, μέχρι που γέμισε τα ρουθούνια μου η γνωστή εκείνη μυρωδιά της σαπίλας ,απ τα παιδικά μου, που επισημαίνει τον κίνδυνο

Έσκυψε πάλι η αντοχή μου το κεφάλι

Μια φορά θα χαίρεσαι κι έναν καιρό θα τρέμεις

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι να μη γίνω «ποιητής»

Μην κλειστώ στο δωμάτιο κι αγναντεύω τη θάλασσα

Κι απολησμονήσω

Μην κλείσουν τα ράμματα στις φλέβες... Κατερίνα... ξαναγύρισα στα γραπτά σου , κύλισαν στο αίμα μου πριν πολλά... πάρα πολλά χρόνια... με τρόμαξαν, με στοίχειωσαν πολλές φορές...

Σε σκέφτομαι συχνά... έρχονται φράσεις σου στο στόμα μου και αισθάνομαι το αίμα ζεστό στη φλέβα στο λαιμό μου.

Είναι γιατί γέμισε η ζωή απώλειες... είναι τόσο μεγάλα τα γκέμια πίσω απ’ αυτούς που αγαπήσαμε. Μου λείπει ο τόπος μου... τα σημεία που έμαθα ν’ αναφέρομαι είναι μακριά...

Είναι και το δάκρυ... θέλει να βαφτίσει τη ζωή μου, θολώνει το κοίταγμα... να πάρει ο χρόνος ένα μαντήλι να στεγνώσει το δάκρυ... να δούμε όσα έχουμε, όσα αγαπάμε, όσα μας αγαπούν...

Σ।Μ

Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.
Μέσα απ' του καθένα
την πανέμορφη ιδιαιτερότητα
ν' αποκαταστήσουμε
του Σύμπαντος την Αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ' τα σχολεία
Ονειρεύομαι γιατί αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.
Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη»
Τα σύνορα τους στρατούς
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.
Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν' αποκαταστήσουμε।
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

το μετά …


το μετά …

Πως υπάρχει χώρος ,που βρέθηκε.
Μικρά πύρινα κομμάτια χάος ψυχής, κομμένης με τα δόντια, με οδηγούν αλλού .
Μολυβένιοι στίχοι σκαρφαλώνουν , δεμένοι στις ανάσες , υψώνονται ως την παγωνιά των αγγέλων.

Δρόμος Μακρής, στα σκοτάδια .

Πόδια τυφλά, πίσω μου κάποιος στον ίδιο ρυθμό , στις δεμένες ανάσες μου , δεν φτάνει ποτέ πιο κοντά.

Δεν στρίβει ποτέ την γωνία, αυτήν που στον ίδιο αδιέξοδο βγάζει, εκεί που δεν περιμένει κάνεις .

Ακολοθώ κομματάκια από καληνύχτα βιαστικές που παίζουν κρυφτόσε σπασμένα παράθυρα .

Στέλνουν με το φεγγάρι τραγούδιαμε κάτι ανθισμένο, μυρωδιά αλμύρας , άνοιξης κάτι ανθισμένο στους διαδρόμους του μυαλού।

Ανομολόγητα συναισθήματα , κυλούν στις κατεβασιές των άστρων. Στα όνειρα που νοσταλγούν το αδιάφθορο, εκεί που όλα είναι ρευστά, λαβα ζεστή.

Ξύπνησαν οι σιωπές όπως έσπαγε το τζάμι, στροβιλίζονται ολόγυρα
και σκορπάει η ψυχή μου, πέφτω στο σκοτάδι.

Που πάω;

Έχω ακόμη τις πληγές απ το μετά …
Πως να ζήσω ξανά το μετά...


Μια βόλτα ως το Φεγγάρι, εικόνα μαγική,. Μια αγκαλιά σ ένα αστέρι ,μάζεψα κάτι στιχάκια όπως μαζεύουν τα παιδία από τους δρόμους το σούρουπο οι μανάδες με μια αγωνιά που μπερδεύεται στα πόδια μου σαν λυμένο κορδόνι


Είναι η άκρη στο γκρεμού;
Ν' αφεθώ στην άκρη του γκρεμού …
Ο γκρεμός μες στο μυαλό μου.

Ο έρωτας και Θεό ματώνει .

Ανεμοστρόβιλος ο πανικός ,σκέψεις κουβάρια
Μια ψυχή κομμένη με τα δόντια σου γέλασε και;

Κομμένη με τα δόντια .

Αιμορραγεί και ζητά να πληρώσει κάποια για τον πόνο της ,δεν έχει σημασία ποια κάταπιε τα κομματάκια που λείπουν .

Να πληρώσουν όλες, όποια βρεθεί στο δρόμο της ,δεν νοιάζεται, δεν έχει έλεος, είναι απ τα κομμάτια που λείπουν το έλεος

Εκατοντάδες κοφτές ανάσες

Κι ούτε μια πραγματική .

Εκατοντάδες μικρές κουβέντες

Κι ούτε μια ουσιαστική.

Ο δρόμος δεν είναι πράγμα να σου τελειώσει, πρόσεξε μόνο πως τον οδηγείς.

Γιατί ότι απομένει απ’ το «φεύγω κι από δω» είναι το μόνο φως

Η ασφυξία μου απ’ τις ανάσες μου η πιο πραγματική

Πρέπει να φτιάξω το σπασμένο παράθυρο που μπάζει

Τα’ αρώματα της άνοιξης να μείνουν απ΄ έξω


Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Την σιωπή την εζησα.



Λενε οτι τα λόγια είναι ασήμι και η σιωπή χρυσος.
Την σιωπή την εζησα. Την άκουσα. Με θόρυβο εκκωφαντικό. Την ένιωσα στο πετσι μου. Την παρακολούθησα να φέρνει μοναξια.. Και την μοναξια μου την λάτρεψα... για να την μισησω. Αυτο που θέλω τωρα ειναι λόγια... εστω και ψευτικα λόγια. Απο αυτα που κάνουν πιο αληθινή τη ζωη. Ναι. Θέλω ψεμματα. Απο αυτα τα ψεμματα που τα κάνουν όλα ωραια. Που σε κάνουν να ζεις σε αυταπάτη. Σε ψευδαίσθηση. Τόσο ισχυρή ψευδαίσθηση, που να θέλω να κλειδωθώ μέσα της και να ξεχάσω την πραγματικότητα. Να συρρικνωθώ, να ακινητοποιηθώ, να μην αναπνέω... Να σταματήσω και την καρδιά μου ει δυνατόν, να λιμνάσει το αίμα στις φλέβες μου, μήπως και σταθεί για λίγο κι ο χρόνος, η εξέλιξη, το αναπόφευκτο. Μήπως και παραταθεί για μια στιγμή, για μια στιγμή έστω, η βύθιση στα λόγια σου. Εστω και αυτα... τα ψεύτικα.
Γιατι τι να την κάνω την σιωπή σου... Τι να την κάνω τη σκεψη σου...

"Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη σκέψη, μόνο για να δικαιολογήσουν τα λάθη τους, και τα λόγια, μόνο για να κρύψουν τις σκέψεις τους"
। Βολτέρος।