Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Με λένε Ελλάδα

Σου μιλάω ψιθυριστά να μην μας ακούσουν. Θα σου πω και εγώ την ιστορία της καταστροφής μου.

Με λίγα λόγια.

Κάποτε είχα μια συναίσθηση της ιστορικής αξίας μου, ήμουν πτωχή πλην τίμια.

Πολέμαγα για να μεγαλώσω.Πολέμαγα για τους Βαλκανικούς.

Πολέμαγα για τη μεγάλη ιδέα στη Μικρά Ασία.Έστω και αν έσπασα τα μούτρα μου δεν το έβαλα κάτω.

Πολέμαγα στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και αντιστεκόμουν.

Ξυπνούσαν μνήμες που με συνέδεαν με το παρελθόν.

Μετά άρχισε ο ξεπεσμός μου.

Ο γελοίος εμφύλιος των αριστερών με τους δεξιούς που σφάζονταν με τα κονσερβοκούτια.

Η ανοικοδόμηση με τις γελοίες πολυκατοικίες, η πιο άσχημη πρωτεύουσα σε όλη την Ευρώπη.

Η Χούντα.

Η Δεξιά.

Το ΠΑΣΟΚ.

Τα λαμόγια στην εξουσία.

Το Τσοβόλα δώσ' τα όλα.

Ο Κοσκωτάς.

Ο Μητσοτάκης.

Οι κοριοί.

Το χρηματιστήριο του '99.

Όλοι αυτοί που δεν μπήκαν φυλακή.

Μαζί και οι παπαγάλοι.

Ο Σημίτης με τον Κόκκαλη και τον Μπόμπολα.

Οι λιμουζίνες και τα μπουζούκια σε μια χώρα που δεν παράγει τίποτα.

Τα δανεικά. Τα δανεικά. Τα δανεικά.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Οι λαϊκιστές στην εξουσία.

Πράσινοι και μπλε.

Διορίστε, διορίστε, χώστε, φάτε, με ξεσκίσανε φιλαράκι.

Οι συνδικαλιστές.

Οι ληστοτραπεζίτες.

Οι Αλβανοί και οι σφαγές.

Οι χουλιγκάνοι και τα επεισόδια.

Οι κουκουλοφόροι και οι κουλτουριάρηδες αριστεροί της πλάκας υποστηρικτές τους. Οι αριστεροί με τις δεξιές τσέπες στην ΕΡΤ.

Οι υπουργοί και οι μίζες.

Η Ζίμενς, ο Τσουκάτος, ο Αλογοσκούφης.

Ο μπουνταλάς κρεμανταλάς Καραμανλής, ο άχρηστος.

Οι εισαγγελείς που δεν έβαλαν κανέναν στη φυλακή.

Οι τρομοκράτες που έπιασαν τη 17Νοέμβρη η οποία ήταν λιγότερο τρομοκρατική από το Σύστημα που με τρομοκρατεί φιλαράκι.

Είμαι μία βιασμένη τρομοκρατημένη.

Μου κλωτσάνε τα ομόλογα λες και είναι σκατά, με έχουν κάνει σκουπίδι.

Με κράζουν οι Γερμανοί, με κράζουν σε όλα τα κανάλια της γης, ο υπουργός οικονομικών της Πορτογαλίας σήμερα δήλωσε "μην μας συγκρίνετε, εμείς δεν είμαστε Ελλάδα"!

Πιάνουν το όνομά μου στο στόμα τους όλοι, διότι εγώ έγινα η πιο βρωμιάρα απ'όλους. Είναι να τρελαίνεσαι, να παραληρείς..

Θα σου έγραφα κι άλλα, είχα πολλά να σου πω, αλλά θέλω να δω τώρα TV των εργολάβων και των εφοπλιστών που με αποβλάκωσε τελείως. Το μεσημέρι βλέπω τα κουτσομπολίστικα διότι εκεί δεν μιλάνε για μένα και ξεχνιέμαι. Αποβλακώνομαι ακόμα πιο πολύ.

Έχω τα ωραιότερα βυζιά που είναι σαν νησιά, τα ωραιότερα μάτια που είναι σαν θάλασσες, τα ωραιότερα οπίσθια που είναι σαν βουνά, αλλά δεν με γουστάρει πια κανένας. Διότι είμαι βρώμικη, με βίασαν όλοι.

Και δεν υπάρχει ΕΝΑΣ αρσενικός, ΕΝΑΣ πολιτικός να τους διαολοστείλει όλους αυτούς που με βιάσανε και να τους κλείσει φυλακή.

Δεν υπάρχει ΕΝΑΣ εισαγγελέας.

Τι να σου λέω η γυναίκα, είμαι εξουθενωμένη..





Γκρίνια, το άλας της ζωής

Αν έχετε βαρεθεί να βλέπετε στραβωμένα, μουρτζούφλικα πρόσωπα, που γκρινιάζουν και παραπονιούνται για τους πάντες και τα πάντα και γενικά τρώγονται με τα ρούχα τους, σκεφτείτε το ξανά. Οι γκρινιάρηδες είναι ίσως η πιο υγιής, παραγωγική και πετυχημένη κατηγορία της κοινωνίας μας, το άλας της γης, ο θεμέλιος λίθος του πολιτισμού μας.

Σκεφτείτε από τα 100 πρόσωπα που αντικρίζετε κάθε πρωί, πριν πάτε στη δουλειά -αν ζείτε σε μεγαλούπολη- ή έστω από τα 10 που συναναστρέφεστε καθημερινά, πόσοι είναι χαρούμενοι και πόσοι βράζουν έστω και σιωπηλά στο ζουμί τους. Οι γκρινιάρηδες υπερτερούν, τουλάχιστον αριθμητικά, ενώ σίγουρα η γκρίνια διαρκεί περισσότερο, αφού οι ώρες της χαράς σπανίζουν, ενώ οι ώρες της μανούρας αφθονούν. Ξεχάστε τους περιχαρείς παρουσιαστές πρωινών εκπομπών, τις τηλεβεγγέρες, όπου όλοι περνάνε καλά και φροντίζουν να το δείχνουν με υστερικά γελάκια και τσιφτετέλια, ξεχάστε το παγωμένο χαμόγελο του πωλητή και την επιβεβλημένη αισιοδοξία των οδηγών αυτοβοήθειας. Η γκρίνια -που στην ουσία δεν έφυγε ποτέ από την επικαιρότητα- είναι η νέα μόδα, τώρα και με τη σφραγίδα του ειδικού.

Οι δυο γέροι του Μάπετ Σόου, Γουόλντορφ και Στάτλερ, ίσως οι διασημότεροι γκρινιάρηδες όλων των εποχών

Μετά τη μανία της αυτοβελτίωσης, της θετικής σκέψης, των μικρών βιβλίων του ζεν και της ηρεμίας, μια νέα υπομανία δοκιμάζει την τύχη της στην αγορά: η αποενοχοποιημένη γκρίνια. Το φαινόμενο ξεκίνησε από την ούτως ή άλλως γκρινιάρα Μεγάλη Βρετανία, όπου μια σειρά από χρονικά της μουρμούρας έκαναν θραύση κατά την περίοδο των εορτών. Οι κριτικοί κάνουν ήδη λόγο για ένα νέο είδος πρόζας, την «γκρινιο-νουβέλα». Ανθρωποι μορφωμένοι, προνομιούχοι, καλοζωισμένοι, όχι απαραίτητα ηττημένοι και πικρόχολοι, γεμίζουν σελίδες μεμψιμοιρώντας όχι μόνο για όσα τους εξοργίζουν, αλλά και γι' αυτά που απλά τούς τη σπάνε. Αυτή την περίοδο το δημοφιλέστερο γκρινιο-βιβλίο, που πιθανότατα άρχισε την αναβίωση του είδους, είναι το κοινό πόνημα δύο σχετικά νέων Βρετανών συγγραφέων με τίτλο «Μου φαίνεται ή είναι όλα σκατά;» και υπότιτλο «Η εγκυκλοπαίδεια της σύγχρονης ζωής από το Α ώς το Ω» (εκδ. Time-Warner).

Ο συγγραφέας Will Self προπονείται στην γκρίνια, στο σόου του BBC «Grumpy Old Men», με πρωταγωνιστές διάσημους γερο-γκρινιάρηδες

Το ντουέτο των Στιβ Λόου και Αλαν Μακ Αρθουρ κατάφερε να ανεβεί στις πρώτες θέσεις με τα δημοφιλέστερα βιβλία των εορτών, συγκεντρώνοντας σε έναν μακροσκελή κατάλογο όλα τα μικρά και μεγάλα σπαστικά πράγματα της ζωής - σύμφωνα με τους ίδιους. Από τις στενές τουαλέτες στα σικ ρεστοράν ώς τον Τόνι Μπλερ, την Κοντολίζα Ράις, τους οικολόγους και τις φεμινίστριες, όλα αλέθονται στον μετασατιρικό αχταρμά των φερέλπιδων γκρινιάρηδων. Κάτι ανάμεσα σε κωλοπαιδίστικη πλάκα, κουβέντες της παμπ, σνομπισμό, λαϊκισμό και γεροντίλα, η «νέα βρετανική γκρίνια» έχει τις ρίζες της στην ένδοξη παράδοση του φλεγματικού εγγλέζικου χιούμορ. Μόνο που σήμερα οι «σκατολόγοι» των μπεστ σέλερ δεν θυμίζουν ακριβώς Μόντι Πάιθονς, ούτε πολύ περισσότερο Οσκαρ Ουάιλντ ή Μπέρναρ Σο, αλλά καρικατούρες των ίδιων πραγμάτων που μέμφονται. Αλλα βιβλία που διεκδικούν τον τίτλο του μουρμουρο-μπεστ σέλερ έχουν τίτλους όπως «Η καταραμένη αγένεια της καθημερινότητας», «Γιατί όσα ξέρετε είναι λάθος», «Τα ξινά σταφύλια της οργής» και πάει λέγοντας.

Στην Ελλάδα, όπου η μουρμούρα μάς είναι υπερβολικά οικεία ώστε να την ανάγουμε σε λογοτεχνικό είδος, κάτι ανάλογο επιχειρούν οι λίστες «μ' αρέσει/δεν μ' αρέσει» των λάιφ στάιλ εντύπων, τα κουτσομπολίστικα κους κους και τα τηλεοπτικά «ξεκατινιάσματα». Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, όλοι διαβάζουμε με ένοχη χαρά τις έγγραφες κακίες, παρακολουθούμε τα παραθυρικά ξεμπροστιάσματα, ανεβάζουμε τις θεαματικότητες των τηλε-γκρινιάρηδων και αναπαράγουμε με προθυμία τη μιντιακή μουρμούρα. Η γκρίνια, όπως ο κιτρινισμός, το κουτσομπολιό και η σκανδαλολογία, είναι το τελευταίο οχυρό της παροπλισμένης κριτικής. Το να γκρινιάζεις για τα πάντα είναι άλλος ένας τρόπος να υπομένεις τα πάντα, χωρίς να αλλάζεις τίποτα. Γκρινιάξτε λοιπόν άφοβα, βγάλτε το από μέσα σας, και εκεί που μονολογείτε βρίζοντας γράφτε και κάνα βιβλίο. Πού ξέρετε, μπορεί να γίνει και μπεστ σέλερ.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΟΛΙΤΗ

αυτό που ζούμε......

αυτό που ζούμε είναι μια καινούρια αυτιστική πραγματικότητα Κοιτα να δεις τι μου συμβαίνει …Πετάχτηκα από τον ύπνο τρομαγμένη. Ανοιγόκλεισα τα μάτια, ανακάθησα στο κρεβάτι & τεντώθηκα… Χασμουριέμαι, μου λείπει αέρας… Γι...ατί δεν βλέπω καθαρά; Σκύβω να ανάψω το φως. Δεν μπορώ! Το χέρι μου κουτουλάει σε κάτι ελαστικό, μαλακό, εύπλαστο, κρύο… Τι συμβαίνει; αναρωτιέμαι. Προσπαθώ να σηκωθώ και αντ’ αυτού αιωρούμαι… Είμαι μέσα σ’ένα κουκούλι δεν το λες, περίβλημα ίσως και να ταιριάζει… Σα μια σαπουνόφουσκα είναι… Αλλά δε σπάει. Είμαι μέσα…Ποιος μου κάνει πλάκα έχω και δουλειές να κάνω. Προσπαθώ να το σκίσω, μάταιο. Αν και δείχνει τόσο εύθραστο και λεπτό, οι αντοχές του είναι τεράστιες. Εντάξει λοιπόν, αφού δεν μπορώ να βγω πρέπει να ζήσω με το ρημάδι. Ανακαλύπτω τρόπους να κινούμαι, να κάνω το ιδιότυπο σκάφος μου να προχωράει στον χώρο. Σαν τα χάμστερ στον τροχό κινώ χέρια και πόδια και εν τέλει καταφέρνω να το κουμαντάρω. Χα! Σιγά μη δεν τα κατάφερνα…Το κουκούλι μου αλλάζει μορφή, άλλες φορές είναι στρογγυλό και άλλες έχει το σχήμα του σώματός μου. Μου επιτρέπει να αγγίζω, να σηκώνω, να αλληλεπιδρώ με το περιβάλλον μου. Αλλά δε νιώθω, δε νιώθω… Κάνω, ενεργώ, πιάνω, αλλά…Βγαίνω έξω από το σπίτι… Μπορώ να περπατάω πια ή να αιωρούμαι, κατά το δοκούν… Μπορώ να στέκομαι ακίνητη ή να τρέχω… Σιγά σιγά το κουκούλι μου γίνεται ένα με το κορμί μου, κομμάτι της σάρκας μου, πάλλεται μαζί μου, αλλάζει χρώματα και σχήματα.Δεν μπορώ να το συνηθίσω, αυτό με συνηθίζει μάλλον. Ακόμα με παραξενεύει το γεγονός ότι δε νιώθω τίποτα. Γύρω μου όλοι περπατάνε, κυλάνε, αιωρούνται μές τα κουκούλια τους, προσηλωμένοι, απορροφημένοι.Η σιωπή είναι δυσβάσταχτη. Κανένας δε μιλάει, τίποτα δεν ακούγεται. Ακόμα και ο θόρυβος των αυτοκινήτων, του περαστικού τραμ και της βουής του κόσμου θα με έκανε να νιώθω καλύτερα από αυτή την πηχτή σιωπή που με τυλίγει νύχτα…Βάζω τις φωνές… Ουρλιάζω υστερικά… Δεν ακούγεται τίποτα… Το κουκούλι απορροφά τους ήχους σα σφουγγάρι… Δεν μπορώ να ακουστώ. Κανένας δεν ακούει… Κάθομαι… κάτω πάνω δεξιά αριστερά, δεν έχει νόημα, δεν υπάρχει… Τυλίγω τα πόδια μου με τα χέρια μου, σκύβω το κεφάλι και κουνιέμαι πέρα δώθε, πέρα δώθε… Να αντιδράσω, να αντιδράσω… Πώς; Πώς; Σκέφτομαι με μανία, το μυαλό μου γεμίζει με ιδέες που χτυπιούνται μεταξύ τους, κουράζομαι… κουράζομαι…Κοιτάω έξω, δε βλέπω και καθαρά… Κι άλλοι έχουν καθήσει μες τις σαπουνόφουσκές τους, ανήμποροι και σκέφτονται σκέφτονται…Έπεσε νύχτα κι εγώ είμαι κουρασμένη, γαμώτο είμαι τόσο κουρασμένη… Γυρνάω στο σπίτι μου. Αύριο…Και όπως αντιλαμβάνεσαι… δράκοι ,τίνγκερμπελ και νεράιδες δεν εγκλωβίζονται σε φούσκες …είναι λεύτερα όντα …πόσο μάλλον ο ο Πήτερ Παν … δεν μας άντεξαν τα παραμύθια Μαρακι μου