Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Βλάντιμιρ Μαγιακόφσκι

ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ
Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.


Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί !..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Ομως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα ;

Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ' εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα - ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.

Θέλετε-
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θάμαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ι
Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;
Εγινε.
Εγινε στην Οντέσσα.
"Θάρθω στις τέσσερις", είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ' το παράθυρο
μες στ' ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο

δεκεμβριανό.
Πίσω απ' την ξαχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ' τον κεραυνό
των παυλασμών της πολιτείας.

Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.

Επεσε κ' η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ' το ικρίωμα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αξαφνα
οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα "πάρ' το"
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ' είπες:
" Ξέρετε-
παντρεύομαι".
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε - τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι,
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου.
Τι να γίνει;
Και σ' ένα σπίτι καμμένο
ζούνε καμμιά φορά άστεγοι αλήτες.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλό, αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
ο γιος σας είναι εξαίσια άρρωστος
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς.
Πέστε στις αδερφές, τη Λιούντα και την Ολια,
δεν έχει πια που ν' απαγγιάσει.
Κάθε λέξη,
ακόμα κ' ένα αστείο
που φτύνει απ' το καψαλιασμένο στόμα του,
πετάγεται έξω σαν πόρνη γδυτή
απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στο πρόσωπο που ακόμα καίγεται,
απ' τη σκισμάδα των χειλιών,
ένα μικρό - μικρό φιλί απανθρακωμένο
προβαίνει να ριχτεί στο δρόμο.
Μητέρα.
Δεν μπορώ να τραγουδήσω.
Στο παρεκκλήσι της καρδιάς μου
τα ψαλτήρια καίγονται.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Στερνή κραυγή-
κάνε τουλάχιστον εσύ,
μες απ΄ τη φλόγα που σε καίει,
ν' αντιλαλήσει ο στεναγμός σου
στους αιώνες!
ΙΙ
Δοξάστε με.
Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών.
Εγώ επάνω σ' όλα που έχουν γίνει
βάζω "μηδέν"
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ετούτοι
τσαγκρουνώντας ρίμες στο βιολί τους,
βράζουν έρωτες κι αηδόνια
για να βγάλουν δυο δάχτυλα ζουμί.
Ενώ ο δρόμος
δίχως γλώσσα κουλουριάζεται.
Δεν έχει με τι να φωνάξει.
Δεν έχει μα τι να μιλήσει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.
Η πολιτεία αμπάρωσε τον δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δύο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
"τσογλάνι",
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
"ψωμί".

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ' αναφυλλητά
λακήσαν απ' το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεκτα τα τσουλούφια τους.

"Πως με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;"

Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ακούστε!
Κάνει το κήρυγμά του
με βογγητά και ουρλιάγματα
ο σύγχρονος φωνακλάς Ζαρατούστρας.
Εμεις
με πρόσωπο σαν αγουροξυπνημένο σεντόνι,
με χείλια κρεμασμένα σαν πολύφωτα,
Εμείς
οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών,
όπου η βρώμα και ο χρυσός γαγγραίνιασαν τη λέπρα,

Εμείς,
είμαστε πιο καθάριοι κι απ' το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ' οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δε βρίσκονται
στους Ομήρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας,
βλογιοκομμένοι απ' την καπνιά.

Εμείς,
ο καθένας από μας,
κρατάμε μέσα στη γροθιά μας
τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εγώ που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
Διακρίνω αυτόν που φτάνει μες απ' τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε βλέπει.
Εκεί που τ' ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ' είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια σταλαγματιά του νέφους των δακρύων
χω σταυρωθεί.

Τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη.
Κι όταν
τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξεριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ' έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία.
ΙΙΙ
Σήμερα πρέπει
με τη βαριά
ν' αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιάν έγνοια έχετε:
"είναι τάχα ο χορός μου κομψός;"
κοιτάχτε πως διασκεδάζω
εγώ -
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ' ορθάνοιχτό μου μάτι.
Μ' απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ' αλυσσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Εϊ, σεις που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είν' κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Στον ουρανό, σα Μαρσεγιέζα κόκκινη,
σφαδάζει ψοφώντας η δύση.
Ολα πια είναι μιά τρέλλα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μαρία, Μαρία, Μαρία,
Ασε με νάμπω Μαρία,
Δε μπορώ έξω στους δρόμους.
Μαρία το βλέπεις -
που ανάμεσα στα δόντια μου κρατάω
- πάλι -
το μπαγιάτικο ψωμάκι
απ' το χτεσινό σου χάδι.

Μαρία. Ανοιξε. Πονάω.
Βλέπεις -
μες στα μάτια μου μπήχτηκαν
οι καρφίτσες των γυναικείων καπέλων.
Μαρία,
Φοβάμαι μην ξεχάσω τ' όνομά σου,
όπως φοβάται μην ξεχάσει ο ποιητής
μια λέξη που γεννήθηκε
στις ωδίνες της νύχτας
μια λέξη μεγάλη σαν το Θεό.

Δε θέλεις Μαρία; Δε θέλεις;
Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι
σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου
ποτισμένη με δάκρυ
για να την κουβαλήσω
σαν το σκυλί που κουβαλάει
στην τρύπα του
το πόδι του που τούκοψε το τραίνο.

Χίλιες φορές θα στροβιλίσει ο ήλιος
σε χορό της γης,
όπως η Ηρωδιάδα
την κεφαλή του Βαπτιστή.
Κι όταν τα χρόνια μου
τα χορέψει ως το τέλος,
μ' εκατομμύρια στάλες αίμα
θάχουν στρωθεί τα χνάρια μου στο δρόμο
ως το κατώφλι του Πατέρα.

Παραμερίστε.
Δε θα μου φράξετε το δρόμο.

Κοιτάχτε -
αποκεφάλισαν ξανά τ' αστέρια -
ματωμένος ουρανός σα σφαγείο.
Εϊ, εσύ ! Ουρανέ !
Βγάλ' το καπέλο σου.
Εγώ περνάω.

Ησυχία !
Κοιμάται η οικουμένη
ακουμπώντας το τεράστιο αυτί της
πάνω στο χέρι της το ολόστικτο
απ' τα τσιμπούρια των άστρων.

1915 -1916

2 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι – Επίκαιροι αμίλητοι
    Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
    περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
    μας οι αμίλητοι ζούνε.
    Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
    οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
    ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
    των ανυπόταχτων τα μούτρα
    τσαλακώνουν.
    Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
    φτιαγμένο.
    Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυσμένο.
    Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
    και που το παράπονό τους να πούνε;
    Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
    Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
    μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
    Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
    Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
    άλλο δε μας μένει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή