Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

τελείωνε κυρά μου έχεις κι αλλα πράγματα να κάνεις



Είναι μια εβδομάδα τωρα που πακετάρω το νοικοκυριό μου ( μερος από αυτό δηλαδή) προκειμένου να μετακομίσω

Θα μπορούσα να εχω τελειώσει εδώ και δυο ημερες τουλάχιστον αν δεν ειχα συγκεντρώσει τοσα πολλα πραγματα .

Τα περισσότερα συναισθηματικής αξιας .

Συνήθειας η μάλλον διαστροφή μια και ο

τροπος που ζω τα τελευταία χρονια δεν επιτρέπει τέτοιου είδους διαστροφές

Δεν γινεται κυρα μου να ζεις σε τρις πολης και να θελεις να μαζεύει χαρτοπετσέτες από διάφορα καφέ ,προγράμματα από εκθέσεις και θέατρα ,το ντυμα του ευκαλύπτου που βρέθηκε μπροστά σου ,τα πέδιλα που πια δεν φοράς αλλά σου θυμίζουν ένα βραδυ στην Κεφαλονιά

….

Το δεματάκι που κρατούσε τα κλειδιά του μικρού και έγραφε επάνω με μαρκαδόρο DM .

Το φουλαρι τις πριγκηπέσας σου που έκρυψες κατω από το μαξιλάρι στην καρέκλα της κουζίνας πριν τοσα πολλά χρονια να μην το πάρει μαζι της για να κρατήσεις την μυρωδιά της ।

το μολύβι των

ματιων που σου χάρισε το παραμυθάκι πριν 15 ίσως χρόνια …

την ζώνη του Αστέρι .την ταυτότητα του ναύτη ….

πόσα χρονια εκπαιδεύεσαι να μάθεις να διαχειρίζεσαι την έλλειψη …..

Αυτά και πολλα αλλα εκατοντάδες μικρα και μεγάλα τα περισσότερα αγκαθακια που σου τρυπούν τον μεγάλο αυτό σάκο της λήθης … Η ζωη σε χαρτόκουτα για άλλη μια φορα ..

Είπα αγκάθια και θυμήθηκα μια ιστορία που τη διηγούνται οι Ινδιάνοι Νούτκα που ζουν στο Βανκούβερ του Καναδά.

Ο Γλάρος και ο Ερχομός του Φωτός

Οταν το Μεγάλο Πνεύμα έφτιαξε όλα τα πράγματα, έδωσε στους Πρώτους Ανθρώπους δώρα, κλεισμένα σε σκαλισμένα κουτιά από κέδρο. Οι Πρώτοι Ανθρωποι ήταν τα ζώα, τα πλάσματα που υπήρχαν πριν από εμάς.

Σε ένα κουτί υπήρχε το νερό. Και όταν το κουτί ανοίχτηκε, όλο το νερό βγήκε έξω και ανέβηκε στον ουρανό. Ετσι έγιναν τα σύννεφα. Μετά, έπεσε σαν βροχή από τον ουρανό και σχημάτισε τα ποτάμια που χύθηκαν στα μεγάλα κοιλώματα και έγινε η θάλασσα.

Σε ένα άλλο κουτί, ήταν όλα τα βουνά. Τοποθετήθηκαν εκεί που στέκονται ακόμα, μέχρι σήμερα. Σε άλλα δύο κουτιά, ήταν όλοι οι σπόροι των φυτών και ο άνεμος, που φύσηξε και τους σκόρπισε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου...

Ολοι οι Πρώτοι Ανθρωποι άνοιξαν τα κουτιά τους, εκτός από το Γλάρο. Στο κουτί του Γλάρου ήταν όλο το φως του κόσμου. Ομως, ο Γλάρος, κράταγε σφιχτά επάνω του το κουτί, χωρίς να το ανοίγει. Ετσι, τον πρώτο καιρό, στον κόσμο υπήρχε μόνο σκοτάδι...

Τα ζώα άνθρωποι ζητούσαν από τον Γλάρο να ανοίξει το κουτί, αλλά αυτός δεν δεχόταν και κράταγε το κουτί κάτω από τη φτερούγα του, σφιχτά. Ετσι, οι Πρώτοι Ανθρωποι ζήτησαν τη βοήθεια του Κόρακα, που ήταν ξάδελφος του Γλάρου.

Και τί δεν δοκίμασε ο Κόρακας για να πείσει τον Γλάρο να ανοίξει το κουτί με το φως του κόσμου. Τον παρακάλεσε, τον κολάκεψε, τον απείλησε,.. τίποτα! Σκέφτηκε τότε ο Κόρακας, νευριασμένος: "Ο Γλάρος κάνει κακό σε όλους τους Ανθρώπους. Του αξίζει να του μπει ένα αγκάθι στο πόδι...

Ο,τι σκεφτότανε ο Κόρακας, γινόταν πραγματικότητα. Ετσι, ο Γλάρος ξαφνικά άρχισε να σκούζει από πόνο: "Το πόδι μου, το πόδι μου, κάτι τρύπησε το πόδι μου!.."

Ο Κόρακας προσφέρθηκε να βοηθήσει, σαν να μην ήξερε τί είχε συμβεί. Εσκυψε, λοιπόν, είδε το αγκάθι, αλλά αντί να το τραβήξει έξω το έσπρωξε ακόμα πιο μέσα!

"Ωχ, Γλάρε μου, με συγχωρείς. Δεν βλέπω τί κάνω. Μακάρι να υπήρχε φως, έστω και λίγο,.. Θα έβλεπα τι είναι αυτό που σε πονάει και οπωσδήποτε κάτι θα έκανα..."

Τότε, ο Γλάρος άνοιξε λίγο το καπάκι και άφησε να βγει λίγο φως από το κουτί. Ξέφυγαν πολλά μόρια φωτός, ξεχύθηκαν στον ουρανό και ο Κόρακας ήταν ο πρώτος που είδε τα Αστέρια. Και ήταν πολύ όμορφα...

Εσκυψε ξανά ο Κόρακας κοντά στο πόδι του Γλάρου και έσπρωξε ακόμα πιο μέσα το αγκάθι. Ο Γλάρος έβγαλε δυνατή κραυγή από τον πόνο κλαίγοντας...

"Με συγχωρείς, δεν υπάρχει αρκετό φως. Ανοιξε ακόμα λίγο το κουτί!" είπε ο Κόρακας.

Ο Γλάρος σήκωσε λίγο ακόμα το καπάκι, έτσι ώστε να βγει ένα αμυδρό φως, το οποίο υψώθηκε στον ουρανό. Ο Κόρακας ήταν ο πρώτος που είδε το Φεγγάρι. Και ήταν πολύ όμορφο...

Ο Κόρακας έσκυψε ξανά και έσπρωξε πιο βαθειά το αγκάθι μέσα στο πόδι του Γλάρου. Ο Γλάρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή, άνοιξε και τα δύο φτερά του και το κουτί έπεσε κάτω. Το καπάκι άνοιξε και μέσα από το κουτί βγήκε μια τεράστια μπάλα από φωτιά η οποία τινάχτηκε ψηλά στον ουρανό. Ο Κόρακας δεν μπορούσε να κοιτάξει αυτό το τόσο δυνατό φως, δεν μπορούσε να κοιτάξει ...τον Ηλιο! Μπόρεσε όμως να δει καθαρά και να βγάλει το αγκάθι από το πόδι του Γλάρου...

Ο Γλάρος τότε κατάλαβε ότι η απροθυμία του να δώσει αυτό που κατείχε, του έφερνε πόνο. Μόνο όταν δίνεις χωρίς ενδοιασμούς, φεύγει ο πόνος και ανοίγει ο δρόμος για την ελευθερία.

Αν πας ποτέ στα μέρη που ζει ο Γλάρος, θα δεις ότι μερικές φορές το πουλί σηκώνει το ένα του πόδι και στέκεται στο άλλο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο πόνος από το αγκάθι δεν έχει ξεχαστεί...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου